Δευτέρα, Μαρτίου 27, 2006

Μελαγχολία ή πολυθεσία;



Η διάθεση του ανθρώπου ήταν, είναι και θα είναι μελαγχολική… Διαχρονικά. Ακόμη και αν οι ανάγκες-απαιτήσεις του ικανοποιούνται, είναι νομοτελειακό να αυξάνονται συνεχώς. Και να δημιουργούν νέα θλίψη αν δεν γίνονται πραγματικότητα. Οι στόχοι (περιττό να σχολιαστεί πως αν δεν πετύχουν οδηγούν στην μελαγχολία) μπορούν να στενοχωρήσουν κάποιον (άπληστο) έστω και αν φέρουν αποτέλεσμα.

Ο Αριστοτέλης χαρακτήριζε την μελαγχολία σαν το κύριο χαρακτηριστικό των ιδιοφυών ανθρώπων… Των μουσικών, των γλυπτών, των γενικότερα σκεπτόμενων και διανοούμενων της εποχής του, ακόμη και των πολιτικών, με τα όποια συμφέροντά τους. Ο παραπάνω ορισμός δεν έχει σκοπό να με φέρει σε θέση να διεκδικήσω ανάλογους «τίτλους», αλλά το συμπέρασμα της Α. με έβαλε σε σκέψεις.

Η άποψή της, πως τον τελευταίο καιρό δεν ακούγομαι καλά στο τηλέφωνο, δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να λέει κανείς πως είναι μελαγχολικός ή κατατονικός, αλλά οι περίοδοι που προτιμά αυτό που οι Αμερικανοί (?) λένε «lay-low» δεν κάνουν απαραίτητα κακό. Χωρίς –και καλά- να σημαίνει το «τρέξιμο» στην δουλειά, που όλοι λίγο-πολύ έχουμε χρησιμοποιήσει σαν άλλοθι για να αποφύγουμε δυσάρεστες συνευρέσεις ή ακόμη και σαν μια «αποδεκτή» δικαιολογία για το αντίθετο.

Μην κακίζετε κανέναν για τούτο…


Υ.Γ.: Κουράστηκα με τους πολυθεσίτες. Και δεν έχω πρόβλημα με εκείνους που, έστω και με 5 δουλειές- βγάζουν όσα ποτέ εγώ, αλλά με τους άλλους. Αυτούς που έρχονται στο γραφείο (δεν με νοιάζει αν είναι καθιερωμένοι ή όχι) και κοιτούν εμένα και μερικούς άλλους να δουλεύουν (όχι, δεν είμαι και κανένας workaholic) να προσπαθούν να εργασθούν. Είναι οι ίδιοι που απλώς διεκπεραιώνουν τις άλλες ασχολίες τους μπροστά μου, σε θεωρούν γραφικό που το παλεύεις και τους εαυτούς τους μάγκες που τα παίρνουν «καθήμενοι». Δεν θα με ενοχλούσαν αν δεν με απασχολούσαν. Αλλά δεν αντέχω να τους ακούω να μιλούν όλη μέρα για το πού πήγαν το προηγούμενο βράδυ. Και να «λοιδορούν» όλους τους «αλλόθρησκους» της δικής τους «σκυλο»διασκέδασης.

Υ.Γ.1: Ήμαρτον πια με τον Που-ρου-που-που και τον ALPHA... Κλείστε την TV όταν έχει αγώνα του Ολυμπιακού με τον Παπαδημητρίου στην περιγραφή. Ή τουλάχιστον την φωνή!

Πέμπτη, Μαρτίου 23, 2006

Never (expect nothing from it) Land


Το σχόλιο του Roark, στο post του konfet περί του Γιάννη Ιωαννίδη θα μπορούσε να αποτελεί έναν άτυπο ορισμό του συνόλου μας… «Είναι (σ.σ.: ο Ιωαννίδης) πάντως μια ελεεινή φιγούρα-καθρέφτης της ελεεινής κοινωνίας που τον ανέδειξε», αποτυπώνοντας την εικόνα. Μιας χώρας που κάποτε θα μπορούσε να αυτοαποκαλείται και «promise land», αλλά κατέληξε τόπος καχυποψίας και αμφισβήτησης. Ενός λαού, που αν πιστέψουμε τα ιστορικά στοιχεία, μετέδωσε τον πολιτισμό και πλέον κατάντησε απολίτιστος… Έρμαιο της αμάθειας, της ημιμάθειας και των re-ality (ρε αλήτη!!!) shows!

«Θύμα» της «λογικής» που δεν θέλει (ή μάλλον δεν χρειάζεται κιόλας) η γνώση να μεταδίδεται (αρχικά) στα σχολεία. Σε διάφορες χώρες, η γνώση διαδίδεται από το εκπαιδευτικό σύστημα. Εδώ, στον ευλογημένο τούτο τόπο, με την χαζοκούτα. Μέσω σκανδάλων, μέσω αντιλήψεων και μέσω αναρμόδιων να μας τα μάθουν. Για αυτό ο καθείς (sic) προχωρεί μόνος του, επομένως, μην τον (και με) κρίνεται δίχως την απαιτούμενη επιείκεια. Μην τον «σταυρώνετε» απαραίτητα για κάθε λάθος, που σε τελική ανάλυση –ακόμη και αν είναι «αθώο»- προέρχεται τακτικά από τους «πάνω». Από τις εκάστοτε ηγεσίες και τα συμφέροντά τους. Από τις τηλεθεάσεις και από κάθε είδους «αφεντικά»…

Υ.Γ.: Τελικά, βάσει του βιβλίου «Τα χαστουκόψαρα» του Λένου Χρηστίδη, πράγματι «χρειάζεται πολύς ελεύθερος χρόνος για να μην κάνεις τίποτε»! Και, επίσης, πράγματι, εκείνοι που αποφασίζουν για τις τύχες της χώρας, έχουν τόσο μεγάλο κενό (παντού) που δικαιολογούνται να μην πράττουν το παραμικρό. Ούτε τα στοιχειώδη.

Πέμπτη, Μαρτίου 16, 2006

Live 'n die by the (your) Code


Αν τελικά, σύμφωνα με την ταινία του Alejandro Gonzalez Inarritu, «21 γραμμάρια», την «ακριβή στιγμή του θανάτου, το σώμα χάνει 21 γραμμάρια», μάλλον θα έπρεπε να είμαι… φέτες! Οι πολλαπλοί και μικροί καθημερινοί «θάνατοι», ωστόσο, μόνο βάρος προσθέτουν στο ήδη ταλαιπωρημένο κορμί. Ή, για την ακρίβεια, «βαραίνουν» μονάχα το πηγμένο μυαλό από κάθε είδους «απειλή» που καραδοκεί ανά πάσα στιγμή της ρουτίνας μας.

Επηρεασμένος (και) από αυτό, μια ακόμη επιβεβαίωση της ελληνικής αναρχίας κατέκλυσε το μυαλό μου… Από τις τηλε-δίκες, τα «παράθυρα» τους δημοσιογράφους που γίνονται υπουργοί και καπάκι στον ανασχηματισμό κόπτονται για το «λειτούργημά» τους, από τους διεφθαρμένους πολιτικούς, «δημοσιογράφους» και κάθε λογής συμφεροντολόγους (ωραίο «κάφρικο» το δευτεριάτικο θέμα σε εβδομαδιαίο αθλητικό περιοδικό πολιτικής εφημερίδας για τον Ντέμη). Γιατί, άλλωστε, όπως έλεγε και ο Τολστόι, «όλοι μας αγαπάμε την αλήθεια, αλλά περισσότερο λατρεύουμε το συμφέρον (μας)»!

Ο πατέρας ενός φίλου, λέει εδώ και χρόνια πως η Ελλάδα είναι «η χώρα που συμβαίνουν όλα και δεν γίνεται τίποτα». Είναι η χώρα των «παραθυρακίων» (sic) κάθε νόμου. Είναι ο τόπος που οι Κούγιες, αν και άρρωστοι προτιμούν (λέγοντας στην Στάη) «καλύτερα εδώ παρά στο κρεβάτι μου»… Γιατί είναι «άρρωστοι» με την δημοσιότητα και την ματαιοδοξία τους. Είναι η συμβουλή του πατέρα του επιχειρηματία, Στέλιου Χατζηϊωάννου, να «επενδύσεις τα λεφτά σου παντού, εκτός από την Ελλάδα». Διότι, σε τελική, η Ελλάδα είναι η κορυφαία χώρα του κόσμου για να ζεις, αρκεί να είσαι ματσωμένος.

Αλλά εκεί μπαίνεις στην «λογική» του να «κάνεις οπωσδήποτε λεφτά». Για να γίνεις αποδεκτός… Μια σύγχρονη «επέλαση των βαρβάρων». Και από την άλλη, το περίφημο «πας μη Έλλην βάρβαρος» να αποδεικνύεται σε κάθε ευκαιρία. Με φίμωτρο στην αντίθετη γνώμη. Με έναν ακόμη μικρό καθημερινό «θάνατο». Μια ιαπωνική παροιμία αναφέρει «ζήσε όπως θες να πεθάνεις, αλλά πέθανε όπως θες να ζήσεις»… Και στην ταινία «GhostDog», ο ήρωας δεν ξεχνά ποτέ το «Live by the Code, die by the Code». Κάτι περίπου σαν το «ζήσε τον θάνατό σου και όχι θανάτωσε την ζωή σου»… Γιατί η ζωή ξεπηδά μέσα από τον θάνατο και ο θάνατος βγαίνει μέσα από την ζωή.

Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2006

Επιτέλους, μια άγρια συμμορία

Ενα βράδυ πριν από πολύ καιρό είχαμε κανονίσει με τον Μιτς να δούμε ταινία. Είχαμε συννενοηθεί όπως θα ανέβαινα προς τα πάνω να έπαιρνα και ένα DVD για να την πέσουμε μέσα. Επειδή στην επιλογή ταινιών δεν μου έχει καμία εμπιστοσύνη μου είχε τονίσει: "Μαλάκα κανόνισε να μου φέρεις πάλι κανένα καράτε". Ετσι λοιπόν εκείνο το βράδυ απέρριψα τους ανθρώπους που με μεγάλωσαν κινηματογραφικά (τον Bruce, τον Chow, τον Jackie και τώρα τελευταία τον Jet) και έψαξα να βρω κάτι άλλο. Λίγη ώρα αργότερα η επίθεση του Jimmy ήταν ανηλεής. "Καλά ρε γελοίε πήρες ουέστερν;" Η ταινία δεν προβλήθηκε ποτέ. Το Cine Μήτσος έκλεισε και το μέσα έγινε ποτάκι τελικά. Το κράξιμο που μου έριξαν όλοι για την επιλογή αυτή μου δημιούργησε μια φυσική απέχθεια για την Αγρια Δύση και τους cowboys. Το τελευταίο διάστημα έπεσα πάνω σε πολλές συζητήσεις σχετικά με τους cowboys του Ανγκ Λι και τα gay μυστικά τους. Δεν με ενόχλησε καθόλου το θέμα της ταινίας, αλλά με ενόχλησε πολύ ο ντόρος που δημιουργήθηκε γύρω από αυτήν. Ετσι για αντίδραση και μόνο πήγα στο Video Club να πάρω το "για μια χούφτα δολλάρια", "το καλός, ο κακός και ο άσχημος" ή οποιοδήποτε άλλο ουέστερν (δεν έχω δει και κανένα) για να μην μπω στο τριπάκι να ασχοληθώ με την σεξουαλικότητα κανενός, η οποία είναι καθαρά προσωπική υπόθεση είτε είναι cowboy, είτε οικοδόμος, είτε ό,τι επιθυμεί ο ίδιος. Πήρα με πολύ δισταγμό μια ταινία που μου είχε προτείνει ο ψηλός όταν ήμασταν φοιτητές. Μια ταινία του 1969 η οποία λεγόταν "άγρια συμμορία" και ήταν σκηνοθεσίας Σαμ Πέκινπα. Οταν τέλειωσε είχα βρει την δεύτερη αγαπημένη μου ταινία. Μια συναισθηματική ωδή στη βία και την φιλία. Την λάτρεψα. Βγήκα από το δωμάτιο και πήγα στον πατέρα μου. "Ξέρεις μια ταινία άγρια συμμορία;" Σκέφτηκε λίγο και μου είπε: "Πω πω τι μου θύμησες τώρα. Ναι την έχω δει. Τι ταινιάρα ήταν αυτή". Το απόγευμα την είδε και αυτός και μαζί του και εγώ για δεύτερη φορά. Εκατσα ξανά να δω μια συμμορία που σκότωνε για πλάκα, γλένταγε με πουτάνες, λήστευε χωρίς κανένα έλεος και μέσα στα κιτρινισμένα δόντια τους και τα παχιά μουστάκια τους έρεε μονίμως αλκοόλ. Μια χούφτα παράνομοι που δεν ζούσαν παραβιάζοντας το νόμο. Ζούσαν πίσω από αυτόν. Δεν τους άγγιζε. Γέλαγαν, σκότωναν, έκαναν τσαμπουκάδες. Δεν τους ενδιέφερε τίποτα. Ελεύθεροι αναζητούσαν one last good score and then back off. Και όταν τα κατάφεραν, όταν είχαν εξασφαλίσει τα πάντα, όταν ήταν έτοιμοι για την μεγάλη ζωή που ονειρεύονταν, αυτά τα ρεμάλια έσπρωξαν τις πουτάνες από πάνω τους, έσπασαν τα μπουκάλια στο πάτωμα, ζώστηκαν τις καραμπίνες και γελώντας χάθηκαν μέσα σε ένα σκονιμένο τοπίο για να τα βάλουν με ένα ολόκληρο στρατό που καταδυνάστευε τα μεξικανικά σύνορα. Πήγαν στον θάνατο γελώντας, πήγαν στον θάνατο ενωμένοι χωρίς χολιγουντιανές φανφάρες και ηρωισμούς. Ως πραγματικοί αντι-ήρωες. Το αμφιλεγόμενο παιδί του Χόλιγουντ, ο αγαπημένος σκηνοθέτης του Ταραντίνο, Σαμ Πέκινπα, γύρισε μια βαθιά αντρική ταινία μακριά από αμερικανικά στερεότυπα για την αδυναμία, την φιλία, την ελευθερία. Μια ταινία που αναβλύζει Αγρια Δύση και σε κάνει να συμπαθήσεις τους cowboys είτε είναι gay είτε όχι...

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006

"Καυτή" (κληροδοτούμενη;) γοητεία...


Τελικά ποιος μπορεί να καθορίσει τον ορισμό της ομορφιάς; Ο Φραντζ Κάφκα έλεγε πως «αυτός που έχει την ικανότητα να την διακρίνει, δεν γερνάει ποτέ»… Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ότι «οποιαδήποτε είδος της οδηγεί ασυναίσθητα την ανθρώπινη ψυχή σε δάκρυα». Πώς άραγε θεωρούνται «όμορφες» -και βραβεύονται- φωτογραφίες που αναδεικνύουν τον ανθρώπινο πόνο;
Γιατί όλοι μιλούν «για το πανέμορφο μωράκι» που μόλις έχει αναδυθεί από τα αίματα της γέννας και δεν έχει καν ανοίξει τα μάτια του; Άλλωστε, μόνο ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου αυτοσαρκάστηκε στο τραγούδι του για το «πώς είναι έτσι το παιδί και τι μεγάλη μύτη!»…

Πώς είναι δυνατόν να αναδεικνύεται το μεγαλείο μιας σπουδαίας και όμορφης… κηδείας; Γιατί κατακρίνεται η επιθυμία για αποτέφρωση των νεκρών (που πέρασε διάβαζα με τροπολογία στην χώρα μας) ως άσχημη κατάληξη του σώματος. Είναι ιδανικότερο δηλαδή να σαπίζουν πάνω σε μεγαλοπρεπέστατους τάφους, που διαιωνίζουν τον κομπλεξισμό ορισμένων, και υποχρεώνουν ανθρώπους να κλαίνε πάνω από δαύτους; Όποιος νιώσει την ανάγκη να κλάψει για μένα, πρώτον μπορεί να το κάνει και όσο ζω (και πονώ) και δεύτερον να μην χρειάζεται να το
«επιδεικνύει» πάνω από παγωμένα μάρμαρα…

Γιατί για όσους από εμάς δεν είμαστε και ιδιαίτερα δημιουργικοί, δεν είναι ντροπή να συνεχίζουμε την «κληρονομιά» που μας αφήνουν κάποιοι σπουδαίοι. Και μακάρι να τους κάνουμε και περήφανους, έστω και αν δεν κατορθώσαμε να πρωτοτυπήσουμε. Και γιατί, μιας και αναφέρθηκε σε χθεσινή κουβέντα, να είναι «original» και «amazing» να γίνεται πρόταση γάμου μπροστά στις κάμερες και μια τόσο προσωπική στιγμή να συγκινεί τις γυναίκες;
Γιατί, τελικά, τα απανωτά αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης συνοδεύονται από απρόβλεπτες καταλήξεις. Επομένως, ίσως είναι καλύτερο να μην κάνουμε σχέδια, αλλά όνειρα…