Κυριακή, Ιουνίου 25, 2006

Be

Αναρωτήθηκε αν η σκέψη του θα φαινόταν στους φίλους του σαν να έμοιαζε για έφηβος… Δεν τον ενοχλούσε αν θα τον πείραζαν για αυτό, απλώς το σκεφτόταν, για να βρει κάτι να απασχολήσει το μυαλό του εκτός από εκείνη. Βρέθηκε στο σημείο εκείνο που δεν μπορείς να σιγουρευτείς αν έχασες την ευκαιρία σου ή θες οπωσδήποτε να εξαντλήσεις τις πιθανότητες. Συνήθως όχι μόνο για να έχεις μια τελευταία ευκαιρία να ολοκληρώσεις την επιθυμία σου, αλλά και για να ικανοποιήσεις τον εγωισμό σου πως δεν τα παράτησες…

Δεν ήταν, ωστόσο, εγωιστής, περισσότερο έδειχνε και ήταν πεισματάρης. Όχι τόσο με τις φιλοδοξίες του, όσο με τις ιδέες που κουβαλούσε από τότε που σταμάτησε να πιστεύει ό,τι του είχαν «σερβιρίσει» και σκεφτόταν μόνος. Η λέξη τολμηρός δεν τον αντιπροσώπευε, αν και πολλές φορές συλλογιζόταν πόσο τολμηρά πράγματα έκανε στην δουλειά. Γιατί να μην τα δοκίμαζε και εκτός γραφείου; Ίσως γιατί πίσω από την τόλμη του επαγγελματικού του αντικειμένου κρυβόταν μια άποψη πως πιθανή αποτυχία θα μοιραζόταν με το αφεντικό…

Σε όλα τα άλλα φαινόταν μόνος, κάτι που σήμαινε ότι αν τα θαλάσσωνε θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ολομόναχος την κατάσταση. Τελικά ήταν αυτό; Προσπαθούσε να το διαπιστώσει, όμως κάτι μέσα του (αναζητώντας προφανώς –και- ένα άλλοθι) του ψιθύριζε το αντίθετο. Δεν ήθελε να φτάσει, πάντως και στην άλλη άκρη. Δεν ήθελε να τα ισοπεδώσει όλα και να αρχίσει να φέρεται κατά τρόπο που ενίοτε κατηγορούσε σε άλλους ανθρώπους.

Όμως, όπως λίγες φορές είχε αποφασίσει, θα κάλυπτε την περηφάνια του και θα την αναζητούσε ακόμη και αν θεωρούσε και ο ίδιος την ενέργεια ελαφρώς γραφική. Ακόμη, κάτι που δεν συνήθιζε (αλλά απαιτούνταν στην προκειμένη) και να αναγκαζόταν να εμπλέξει και άλλους σε υπόθεση που πάντα έλεγε πως δεν μπορεί παρά να είναι τελείως προσωπική… Αλλά ήθελε να την βρει τόσο, που δεν τον ένοιαζε.

Δεν ήταν από τις «πεταχτές» που στολίζονται για να κάνουν εντύπωση. Γιατί δεν σκεφτόταν μαζί της μόνο ένα πήδημα σε μια τουαλέτα και μετά καύχημα στους κολλητούς ότι το κατάφερε. Γιατί εκείνη απλώς την φανταζόταν δίπλα του. Γιατί είχε μήνες -χρόνια, υπολόγισε καλύτερα- να αισθανθεί έτσι…

***
Οι σκέψεις του δεν προήλθαν από καμία διάθεση σοβαροφάνειας στους γύρω… Ούτως ή άλλως δεν κυνηγούσε τέτοιες συμπεριφορές. Απλώς του ήρθαν όλα στο μυαλό όταν αντίκριζε πιτσιρίκια να «σπάνε» την σιωπή της άδειας παραλίας. Άδεια μεν, αλλά γεμάτη από μαμάδες με μωρά και παιδιά από το χέρι. Η μοναξιά του σε εκείνο το άγνωστο μέρος τον έκανε να χαλαστεί για λίγο, αφού εκεί έψαχνε μόνο ησυχία. Δεν την βρήκε, αλλά συνειδητοποίησε πως και τα δικά του παιδικά και καλοκαιρινά χρόνια κατακλύζονταν από θάλασσα και βαβούρα, οπότε, δεν είχε λόγο να διαμαρτυρηθεί ούτε σιωπηλά και μόνο στον εαυτό του.

Αλλά τους έδινε τα εύσημα γιατί η έλλειψη σοβαρότητας των παιδιών είναι ακριβώς αυτό…Η σοβαρότητά τους! Ενώ η αντίστοιχη έλλειψη στους μεγάλους –και καλά ώριμους- είναι ένα είδος «κατάρας». Γιατί δεν γνωρίζουν πότε αρχίζουν και τελειώνουν ορισμένα όρια, είτε πλάκας είτε σοβαρού. Και ποτέ δεν κάνουν κάτι για να μάθουν. Αλλά είπαμε… Δεν του άρεσε η σοβαροφάνεια. Μόνο η αλήθεια (με τους εαυτούς μας) και να είμαστε όλοι αυτοί που είμαστε, δίχως προσωπεία και «μάσκες» ιδιοτελούς προσποίησης. Για αυτό έβαλε ξανά στο CD player το δισκάκι του Common, το “Be” και το απόλαυσε χωρίς άλλες σκέψεις και έννοιες… Just Be

***
Πράξη ευθύνης και θάρρους ή πράξη δειλίας;
Φτάνεις σε αυτή την απόφαση γιατί τίποτε δεν έχει σημασία ή διότι όλα μετρούν υπερβολικά;

Ένα γνωμικό έλεγε (δυστυχώς δεν μπορώ να θυμηθώ πού το διάβασα) πως «δεν με ρώτησε κανένας για την γέννησή μου, δεν θα με ρωτήσει κανείς για τον θάνατό μου… Τουλάχιστον αφήστε με να ζήσω όπως θέλω». Η αυτοκτονία τι ακριβώς είναι; Είναι απόφαση αδιαπραγμάτευτη και διόλου κατακριτέα; Ή απόδειξη ευθυνόφοβου ανθρώπου;


***
Σκόρπιες σκέψεις εβδομάδας -κατά τα άλλα- ήρεμης από επαγγελματικές έννοιες...

Παρασκευή, Ιουνίου 16, 2006

Naked city... (Βαριά) ντυμένα όνειρα

Αφήνω ασχολίαστο το ότι η Αθήνα είναι συνήθως μια «ανοχύρωτη» -από ευγένεια, παιδεία, καλοσύνη, μετριοπάθεια- πόλη… Αυτές τις μέρες, όμως, μοιάζει μια «γυμνή» πόλη. Θες γιατί οι γυναίκες, εν μέσω Μουντιάλ, βγαίνουν μόνες τους και φοράνε (ή μάλλον βγάζουν) ό,τι θέλουν, θες γιατί δεν γνωρίζουν πως η ομορφιά δεν αναδεικνύεται με την προκλητικότητα, η σάρκα «καίει» το μυαλό των ιδίων αλλά και των «υποψηφίων»!

Μια βόλτα την ώρα αιχμής του Παγκοσμίου Κυπέλλου, με καλό βραδινό αγώνα και όχι Τυνησίες και Τόγκο, που αναγκάζουν τον «μάτσο» Ελληναίο να κάνει το ψυχικό και να αφιερώσει λίγη ώρα σε σύζυγο/ερωμένη/κοπέλα/δεσμό/φλερτ κλπ., κλπ., σε πείθει. Το καλοκαίρι η σάρκα δεν καίγεται, αλλά καίει τους τρίτους.

Συγγνώμη ρε μεγάλε που κοιτάζω την τύπισσά που έχεις αγκαζέ, αλλά (να μην πως και αυτή καρφώνεται παντού για αυτό-απόδειξη) με αυτά που (ΔΕΝ) φοράει δεν είναι εύκολο. Αν θες να την βλέπεις μόνο εσύ και να μην στραβώνεις, κράτα την σπίτι γιατί με το ντύσιμό της μέχρι και στην τουαλέτα μπορεί να της απαγόρευες να πάει!

Το χειρότερο, ωστόσο, είναι οι κυρίες (τώρα το «Κ» πρέπει να είναι κεφαλαίο, το «Υ», θα σας γελάσω…) που νομίζουν πως αν αφήσουν μισάνοιχτο το ντεκολτέ του (πεσμένου) μπούστου τους θα αρέσουν περισσότερο. Και πάει στον διάολο να το φορέσουν βραδάκι που λίγο η μπύρα, λίγο το ένα και λίγο το άλλο δεν το σχολιάζεις, αλλά να πας και στο μπακάλικο της γειτονιάς έτσι;
Σε παρακαλώ, για φαγητό πηγαίνω…


ΑΣΧΕΤΟ…
Διαφωνώ με όσους επιμένουν πως το να ζεις σε ονειρικές καταστάσεις, αποτελεί ευθυνοφοβία των πραγματικών συνθηκών… Αρνούμαι να μπω στην λογική να ξεχάσω τα όνειρά μου για να μην χάσω το «τρένο» της σύγχρονης εξέλιξης και των προϋποθέσεων που οφείλεις να πληροίς για να είσαι αποδεκτός.

Η γιαγιά μου έλεγε πάντα πως το να σκέφτεσαι πράγματα εκτός των ορίων της πραγματικότητας είναι ίσως η καλύτερη «διαφυγή». Μπορείς, κοινώς, να είσαι οποιοσδήποτε σε αυτά. Άλλωστε, αφήνει και ένα μυστήριο, που οι περισσότεροι αναζητούν είτε πρόκειται για γυναίκες, δουλειές και σχέσεις γενικότερα.

Γιατί χειρότεροι από τους πολυλογάδες και τους φλύαρους για οτιδήποτε έκαναν την προηγούμενη, είναι οι «κρυψίνους», που και καλά προστατεύουν την ιδιωτική τους ζωή, αλλά με ύπουλο τρόπο σε βάζουν στην διαδικασία περιέργειας, για να… υποχρεωθούν και καλά να σου πουν.

Μην καταδικάζετε αμέσως τους ονειροπόλους.

Γιατί φτάνω τελικά στο συμπέρασμα πως δεν είναι δα και τίποτε τρομερό. Δεν είναι χειρότεροι από εκείνους που προτιμούν μεν την πραγματικότητα, αλλά την «γαρνίρουν» με μια δόση ματαιοδοξίας που αιωρείται στον μικρόκοσμό τους. Γιατί όσοι ζουν σε μικρόκοσμους είναι αυτοί που κάτι φοβούνται. Και όχι οι λάτρεις του ονείρου. Γιατί οι δεύτεροι δεν τρομάζουν να επεκτείνουν τους ορίζοντές τους και να φτάσουν πιο μακριά. Γιατί συνήθως τα όνειρα δεν έχουν δόλο, ενώ οι μικρότητες είναι ιδιοτελείς. Και αυτές τελικά «σφίγγονται» σε πλαίσια και «σύνορα»…


Καλό Σαββατοκύριακο!

Δευτέρα, Ιουνίου 12, 2006

Μακριά, αλλά τόσο κοντά...

Συνειδητοποίησε πως η πρώτη «Σάρα» που γνώρισε δεν ήταν ούτε αληθινό πρόσωπο αλλά ούτε και κάποια εφηβική φαντασίωση, αναδυόμενη από περιοδικά… Ήταν, όμως, η αντίρρηση της γιαγιάς του να αποκαλέσει την σκούπα όπως σε όλο τον κόσμο και συνήθιζε να την αναφέρει ως «σάρα», γιατί ήταν αυτή που «σάρωνε» τα πάντα στο καθαρτικό πέρασμά της!
Δεν κατάλαβε πως εκείνη η ανάμνηση του καρφώθηκε στο μυαλό, καθώς έμοιαζαν χιλιάδες εκείνα που σκεφτόταν όσο ο δρόμος προς το μέρος που τις είχε δει και τις δύο τελευταία φορά στένευε και γινόταν ολοένα και κοντύτερος. Εκείνο το κάποτε χωμάτινο σημείο του ορίζοντα είχε εξελιχθεί σε τσιμεντένια «παραφωνία» ανάμεσα σε ευωδιαστά αμπέλια, πολύχρωμα χωράφια και κάθε λογής ζώα που συναντά κανείς σε μια τυπική επαρχία.

Προσπάθησε να συγκρατήσει τις σκέψεις και τις αναπολήσεις του, αφού δεν ήθελε να διαπιστώσει πως πλέον δεν καθόταν στην πίσω θέση και δεν έχανε αξιοθέατο της περιοχής, αλλά είχε αυτός τον έλεγχο του τιμονιού. Όσο για τον αντίστοιχο των συναισθημάτων του, μάλλον δεν τον ένοιαζε που ήταν χαμένος πολύ πίσω και δεν έδειχνε να θέλει να κάνει και κάτι για να τον επαναφέρει. Είχαν περάσει παρά κάτι τρία χρόνια από την τελευταία του επίσκεψη. Προσπαθούσε να θυμηθεί, έστω και τηλεφωνικά, τα ύστατα λόγια που άκουσε από τα χείλη της το καλοκαίρι του 2003. Γιατί όταν την ξανάδε, δεν μπόρεσε να της μιλήσει. Είχε χαθεί για πάντα, αλλά όσα την συντρόφευαν κάθε Ιούνιο που τον περίμενε ανυπόμονα στο κατώφλι του σπιτιού δεν γινόταν να φύγουν μαζί της.

Αναρωτήθηκε αν συνειδητά αρνιόταν να πάει ως εκεί, γνωρίζοντας πως πια δεν θα την συναντήσει να τον αναμένει. Εκεί, μικρόσωμη αλλά με μια αγκαλιά γιγάντων. Ή έφταιγε η πάντα «διπλωματική» δικαιολογία της δουλειάς και των ωραρίων που δεν επέτρεπαν τέτοιου είδους διαφυγές. Όπως και αν είχε, πάντως, εκείνο το μέρος δεν ήταν μόνο η γιαγιά του. Ήταν οι πρώτες πάσες στην πλατεία, αφού στην «σιδερένια» πρωτεύουσα το ποδόσφαιρο στην αλάνα παρέμενε μια ξεχασμένη ανάμνηση των παλιότερων. Ήταν τα παρθενικά «γκρεμίσματα» από τα ξαδέρφια του, που τον «παρασημοφορούσαν» με απαραίτητα τσιρότα σε πόδια και χέρια.

Τα σημεία γνώριμα και τα πρώτα κορναρίσματα-καλωσορίσματα από τους ντόπιους συγγενείς τον έκαναν να νιώσει πιο οικεία. Να ξεχάσει για λίγο τα προηγούμενα και να επιστρέψει στο σήμερα. Κατάλαβε πως έφτασε όταν (πάντα χωρίς ρολόι) θέλησε να δει την ώρα και να υπολογίσει το διάστημα του ταξιδιού, αλλά το κινητό δεν έπιανε ήδη. Ένδειξη έλλειψης πολιτισμού για ορισμένους, αλλά ελευθερίας για τον ίδιο. Θα έπρεπε να περπατήσει περισσότερα από 20΄ για να βρει σήμα, αλλά απόλαυσε όσο καλύτερα γινόταν την στιγμή που φάνηκε να «ξεκολλά» από την πίεση της τεχνολογίας. Σε λιγάκι θα ζούσε ακόμη μεγαλύτερη στιγμή, όταν θα διαπίστωνε πως η επικοινωνία με τον «έξω κόσμο» δεν θα τηρηθεί ούτε με την χαζουκούτα που δεν έπαιζε…

Το πρόβλημα ακοής του παππού του δεν τον άφησε να καταλάβει την άφιξή του εγγονού του παρά μόνο όταν βρέθηκε ακριβώς πίσω του στην μικρή κουζίνα. Το χαμόγελο του μοναχικού γεράκου μόνο ως ανταμοιβή για τον πόνο στην μέση από την 4ωρη οδήγηση θα ήταν καλό να εκληφθεί, αφού νοσταλγία για κάποιον που είχες δει πριν ένα μήνα δεν υπάρχει στην σύγχρονη κοινωνία.
Οι χώροι «ζεστοί» σαν να τους έβλεπε έπειτα από μια μέρα. Τουλάχιστον άλλαζαν την πραγματική θερμοκρασία, που έδινε την εντύπωση πως είχε φτάσει σε άλλη χώρα! Ευτυχώς δεν τον πρόλαβε το χαλάζι(!) που έκανε την μεγαλοπρεπέστατη εμφάνισή του λίγα λεπτά μετά την δική του άφιξη… Η βροχή τον κράτησε μέσα στο σπίτι, ακόμη και μετά το ύπνο που χρειάστηκε να για να ξεκουράσει την μέση του και να αφήσει στο μαξιλάρι την ζαλάδα από το (πολύ) κρασί που τον φίλεψε ο παππούς του.

Δεν τον πείραξε όμως. Η κουβέντα με εκείνον ήταν καλύτερη από το αυτογκόλ του Γκαμάρα, που άκουσε πεντακάθαρα από το ραδιόφωνο του διπλανού σπιτιού, αφού οι κεραυνοί δεν θα μπορούσαν να πτοήσουν τους γείτονες μανιώδεις παίκτες του στοιχήματος μέχρι και στο ψηλότερο χωριό του βουνού! Όταν ο παππούς του κουράστηκε και έπεσε να κοιμηθεί –άλλωστε οι ώρες του ήταν πάντα περίεργες, με αφύπνιση στις 5:30 το πρωί και μεσημεριανό στις 12!- σκέφτηκε το ραδιόφωνο, αλλά όπως είχε φανταστεί. Η καταιγίδα δεν άφησε κάτι προσιτό, εκτός βέβαια αν είχε κάψει το βιβλίο που κουβάλησε μαζί από την Αθήνα. Η πρόταση του Θ. να το διαβάσει, του φάνηκε καλή και το διαπίστωσε όταν σε λιγότερο από 4 ώρες το έχει αφήσει στην άκρη, με τον σελιδοδείκτη να μην χρειάζεται να «σημαδεύει» κανένα υπόλοιπο.

Η επόμενη μέρα θαρρεί κανείς πως το ξύπνησε σε άλλο μέρος. Οι αχτίδες που τρύπωναν στο δωμάτιο έκαναν τις δύο(!) κουβέρτες που χρειάστηκε το βράδυ να φαίνονται ασήκωτες. Το ντουζάκι που αναβλήθηκε την προηγούμενη λόγω κρύου ήταν πια επιτακτική ανάγκη, ειδικά αφού έπρεπε να ξεκινήσει νωρίς. Δεν την ξέχασε. Δεν θέλησε, ωστόσο, να πάει να της πει μια καλημέρα στον τάφο. Δεν ήθελε να δει να την «πλακώνει» μια μαρμάρινη στήλη και απλώς την χαιρέτησε νοητά από το μπαλκόνι του σπιτιού. Μάλλον και η γιαγιά του θα προτιμούσε να μην τον αντικρίσει έτσι ανήμπορη να σηκωθεί στις μύτες για να τον φιλήσει και τρόπον τινά τον παρότρυνε να επισκεφθεί τα άλλα μικρότερα εγγόνια της μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά.

Όταν έφτασε στο χωριό που ζούσε η θεία του με την οικογένειά της, δεν ντράπηκε να σκεφθεί μεγαλόφωνα πως ανυπομονεί περισσότερο να δει την μικρή του ξαδέρφη. Είχε επίσης τρία χρόνια να την συναντήσει, αλλά για αυτόν παρέμενε ένα μωράκι. Κι ας είχε γίνει μια πανέμορφη (πολύ) νεαρή, που πια δεν τον ντρεπόταν. Κι ας έβλεπε τον μεγαλύτερο αδερφό της να πηδάει πάνω του με μία μόνο ερώτηση στο κεφάλι του… Αν του έφερε ο μεγάλος ξάδερφος την φανέλα του Ολυμπιακού που του είχε υποσχεθεί στο τηλέφωνο.

Απέφυγε να φάει μεγάλη ποσότητα γιατί το φαγητό τον νύσταζε και λυπήθηκε που όφειλε να περιορίσει τα ποτηράκια από το υπέροχο κρασί του σπιτιού λόγω του ταξιδιού. Τους ενημέρωσε για τα τελευταία νέα του, αλλά κυρίως για το πώς αισθάνθηκε που –για λίγο- επέστρεψε στο χωριό του πατέρα του. Δεν βαριόταν να τους διηγηθεί την παραμικρή λεπτομέρεια, μέχρι να «υποχρεώσει» τον εαυτό του να αποχωρήσει, γιατί δεν ήθελε ούτε να τον πάρει το σκοτάδι στην εθνική οδό ούτε να τον πιάσει το ξημέρωμα στο κείμενο που έπρεπε να στείλει στην δουλειά. Τους αποχαιρέτησε, αντικαθιστώντας την εικόνα τους με εκείνη της πόρτας του αυτοκινήτου του.

Και αργότερα, κατάλαβε πως τα ευωδιαστά αμπέλια και τα πολύχρωμα χωράφια έγιναν γρήγορα φανάρια στην μεγάλη πόλη. Τα ζώα του χωριού έγιναν αντίστοιχα (αν και η αναφορά αδικεί τα πρώτα) μπροστά σε τιμόνια που στο άλλο χέρι του οδηγού συνοδεύονται από κινητά τηλέφωνα. Μόνο, όμως, όταν κουδούνισε το δικό του τηλέφωνο διανοήθηκε πού ήταν και πού επέστρεψε.
Τουλάχιστον θα θυμάται (και) όλα αυτά ελπίζοντας να ξαναπάει εκεί γρήγορα. Ευχόμενος να μην χρειαστεί να μελαγχολήσει που άργησε να δει πάλι εκείνες τις εικόνες. Και ελαφρώς μετανιωμένος που δεν το έκανε νωρίτερα…

Μακάρι να πάω πάλι εκεί το συντομότερο δυνατόν

Πέμπτη, Ιουνίου 08, 2006

Ο νόμος της ΕΞ-έδρας

Πιο σοφά δεν θα μπορούσε να το αποτυπώσει το 1995 ο Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς… «Στους Έλληνες δεν αρέσουν τα σπορ, αλλά οι νίκες σε αυτά!», απεφάνθη πριν 11 χρόνια ο τότε Γεν. Γραμματέας της FIBA, έστω και εν θερμώ, για το «κράξιμο» του κοινού στο Ευρωμπάσκετ του ΟΑΚΑ εναντίον των συμπατριωτών του Σέρβων.

Το βράδυ της Τετάρτης (3ος τελικός μπάσκετ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού, όπου τραυματίστηκαν μέλη της αποστολής των 2ων-όχι δεν θα σας αναδημοσιεύσω τα περιστατικά), ωστόσο, αυτό το παραπάνω «εν θερμώ» σβήνεται κάλλιστα από τον αντίλογο για τον (γνωστό διαπλεκόμενο, αλλά συνήθως ορθώς εκφραζόμενο) Στάνκοβιτς. Γιατί τα ζώα που βρέθηκαν στο κλειστό των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων (όχι όλα, βέβαια) απλώς τον επιβεβαίωσαν χωρίς αιτία.

Όλοι, πάντως, όσοι ήταν εκεί (περίπου 18.000) δεν ξεφεύγουν από το «πόρισμα» του Σέρβου. Γιατί, αν αγαπούσαν το μπασκετάκι, δεν θα μαζεύονταν μόνο σίγουροι για την στέψη του πρωταθλητή. Για να γίνουν και εκείνοι του κατορθώματος. Πού ήσαστε ρε ΖΩΑ όλη την υπόλοιπη σεζόν;

Αλλά το μόνο που σας ενδιαφέρει είναι οι φιέστες. Και η επίδειξη της βαρβατίλας απέναντι στον «εχθρό». Η επιμονή στον («φανταστικό» και «6ο παίκτη») κόσμο του Παναθηναϊκού είναι καθαρά επίκαιρη. Όλοι «οι υπέροχοι λαοί» που ενίοτε επικαλούνται παίκτες και προπονητές δεν γνωρίζουν χρώματα και δεν τους διαχωρίζουν φανέλες και εμβλήματα.

Είναι οι ίδιοι παντού, αλλά δεν μπαίνω στον κόπο να βάλω την Ελλαδίτσα στο ίδιο καζάνι, καθώς στο εξωτερικό τα πράγματα διαφέρουν… Σαφέστατα και εκεί έξω γίνονται επεισόδια, συνήθως χειρότερα από αυτά που «κατορθώνουν» κακομαθημένα παιδάκια που απλώς ακολουθούν την οχλαγωγία παραγοντίσκων και κάθε λογής Τσουκαλάδων.

Μόνο, που, ΓΕΛΟΙΟΙ, στην Σκωτία οι της Σέλτικ τα βάζουν με τους οπαδούς των Ρέιντζερς (και) για θρησκευτικούς λόγους. Για την Αργεντινή (και την κατάσταση της χώρας) δεν θα μιλήσω καν, στην Ισπανία οι Καταλανοί πιέζουν για ανεξάρτητο κράτος και τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα.

Εδώ, ρε ΖΩΑ, γιατί τσακώνεστε; Τι ταξικές διαφορές έχετε, κακομοίρηδες; Αλλά λησμόνησα… Θέλετε να αποδείξετε ποιος είναι πιο άντρας, χτυπώντας 20 από εσάς μόλις 1 «αντίπαλο». Θέλετε να έχετε τον πρώτο λόγο στην καζούρα του γραφείου την επόμενη μέρα. Θέλετε οι μεν (αν οι «κόκκινοι») να φανείτε πιο άνθρωποι του λιμανιού από τους («πράσινοι») τους τεχνοκράτες των βορείων προαστείων.

Και η ειρωνεία; Οι επίσης μεν, να φανούν πιο «μεγάλοι» από την ταπεινή καταγωγή τους και οι δε να βγάλουν από πάνω τους την ταμπέλα του «Β.Π.-μαμάκια» και να το παίξουν άντρες.
Δεν μπορώ να πω ότι σας βαρέθηκα… Γιατί αν ήταν έτσι, προφανώς δεν θα έγραφα καθόλου όλα τα παραπάνω και θα την είχα κάνει για καμία σοβαρή χώρα.

Μακριά από τους απολίτιστους της εξέδρας, που ξεσπούν όλα τα κόμπλεξ τους σε ομάδες, σύμβολα, καρέκλες, «εχθρούς» αντιπάλους, που αν τυχόν είχαν περάσει και από τα μέρη τους, μεταμφιέστηκαν και σε «προδότες»!

Αυτούς που θα πήγαν σήμερα στο γραφείο τους και θα κάθισαν «σούζα» μπροστά στον προϊστάμενο. Ή τους μικρότερους που από «άντρες» (και τιμωρούς των «οχτρών») που είχαν μεταλλαχθεί την προηγούμενη νύχτα, επανέρχονται στην αρχική μορφή του παιδιού που απλώς κομπιάζει στην θέα του μαθηματικού στο σχολείο.

ΖΩΑ, ξυπνήστε… Ή μάλλον ξενυχτήστε απόψε το βράδυ (τελικός ΝΒΑ Dallas vs Miami) για να ξεστραβωθείτε και να σας «αποκαλυφθεί» πώς είναι οι «γιορτές» του αθλητισμού. Γιατί σε αυτήν την σκατοχώρα (όπου οι μοναδικοί που θα την πληρώσουν –και αυτό περιστασιακά- θα είναι τίποτε μαστουρωμένοι που βρέθηκαν ενώπιον των μπάτσων, την λάθος στιγμή και στο ακατάλληλο μέρος) προκοπή δεν θα υπάρξει ποτέ.

Απλώς, για να μην κατηγορούμε άδικα τις (πράγματι, αλλά για λόγους διαβίωσης) τριτοκοσμικές χώρες. Και μην ψάξετε δικαιολογία να αποφύγετε το αποψινό. Μην μου πείτε πως δεν μπορείτε να το παρακολουθήσετε γιατί αύριο το πρωί δουλεύετε… Όταν πάτε παραλία, το ξεχνάτε; ΖΩΑ!

Φοβάμαι μέχρι και να σας χτυπήσω… Όχι γιατί βαρέθηκα την «καταμέτρηση» του ποιος έδειρε ποιον και περισσότερες φορές. Αλλά γιατί τρομάζω στην ιδέα να σπάσω κανένα κρίκο στην αλυσίδα της… πανίδας! ΖΩΑ!

Υ.Γ.: Και το χειρότερο ήρθε σήμερις στο γραφείο… Δημοσιογράφοι (λέμε τώρα) να λένε από την μια (ομάδα) πόσο χάρηκαν το περιβόητο «γκολ και ξύλο» και από την άλλη οι υπόλοιποι να διψούν για εκδίκηση του χρόνου στο ΣΕΦ…

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2006

DRAZEN

Το καλοκαιρινό πρωινό της 7ης Ιουνίου 1993 στην Αθήνα, έφτασαν τα άσχημα μαντάτα από την βροχερή Γερμανία… Οι «ουρανοί είχαν ανοίξει» όχι μόνο για να στείλουν νερό στην Κεντρική Ευρώπη, αλλά και για να πάρουν μαζί τους μια για πάντα τον «γιο του διαβόλου». Το άψυχο σώμα που βρέθηκε στις 5:20 τα ξημερώματα εκείνης της μέρας στον αυτοκινητόδρομο «Α-9» του Ίνγκολσταντ, έξω από το Μόναχο ήταν του Ντράζεν Πέτροβιτς. Δυστυχώς, δεν ήταν κακόγουστη φάρσα και ξάφνου γίνεται αντιληπτό το πόσο κοντινή είναι η γραμμή αγάπης-μίσους…

Ένας άνθρωπος που άγγιξε τα όρια του μύθου και οι περισσότεροι «λάτρευαν να μισούν», αλλά αποδείχθηκε ότι βαθιά μέσα τους μόνο να τον θαυμάσουν μπορούσαν. Κι ας επέμενε να «γελοιοποιεί» τον αντίπαλο με την γλώσσα έξω από το στόμα του, λέγοντας συνεχώς: «Δείξε μου κάποιον που δεν είναι θρασύς, να σου δείξω κάποιον που δεν θα γίνει ποτέ πρωταθλητής».
Σήμερα, συμπληρώνονται κιόλας 13 χρόνια από την μέρα που ο σύγχρονος «Μότσαρτ» επαναλάμβανε την ιστορία, αφήνοντας ξανά ημιτελή την συμφωνία του, όπως ακριβώς το «Ρέκβιεμ» του Βόλφανγκ Αμαντέους το 1791. Τούτες εδώ οι αράδες δεν είναι και δεν θέλουν να γίνουν το «μνημόσυνο» ίσως του κορυφαίου καλαθοσφαιριστή που ανέδειξε η Ευρώπη και σημάδεψε το άθλημα τόσο πολύ, ως το απόλυτο πρότυπο και η επιτομή της σκληρής δουλειάς.

Το βασίλειο του 29χρονου τότε Ντράζεν, ήταν πάντοτε ένα κλειστό γυμναστήριο και στέμμα του μια πορτοκαλί μπάλα… Όμως, ο «θρόνος» του έμελλε να χτιστεί από τις κόκκινες λαμαρίνες του «Γκολφ» που οδηγούσε η φίλη του και πρώην Μις Γερμανία, Κλάρα Σελέντζι εκείνο το καταραμένο πρωινό.
Οι εμπνεύσεις του στο παρκέ ήταν σχεδόν πάντα πετυχημένες, αλλά στις 6 Ιουνίου
δεν άκουσε τον καλό του φίλο, Στόγιαν Βράνκοβιτς. Ο τελευταίος αγώνας της Κροατίας στο τσάλεντζ ράουντ του Βρότσλαβ (ήττα 90-94 από την Σλοβενία) ήταν το «κύκνειο άσμα» του. Στην «Χάλα Λούντοβα», σημειώνει 30π. (11/15βολ., 5/9διπ., 3/10τριπ., 1ριμπ., 3κλεψ., 1ασ., 1λάθος σε 35΄), αλλά για την επιστροφή στην πατρίδα επιμένει: «You fly, you die» («πετάς, πεθαίνεις»), συνήθιζε να λέει και αποφάσισε να γυρίσει οδικώς… Όμως, ενώ οι αποσκευές του προσγειώθηκαν στο Ζάγκρεμπ, εκείνος είχε απογειωθεί για το ταξίδι στον ουρανό, εκεί, όπου είναι τόσο εγωιστής, που θαρρεί κανείς θα μάχεται ακόμη να γίνει το πιο λαμπερό αστέρι.

Η σπουδαία, μεγάλη αλλά και συνάμα τόσο μικρή ζωή του άρχισε στις 22 Οκτωβρίου 1964 στο Σίμπενικ, τότε που η πόλη δεν είχε ακόμη ομάδα μπάσκετ! Γιος της Μπιζέρκα και του Τζόλε, ανώτατου αξιωματικού της αστυνομίας, γεννήθηκε για να εξουσιάσει και να δυναστεύσει το ευρωπαϊκό μπάσκετ. «Ambition sin freno» έγραψε το περιοδικό «Gigantes Del Basket», τρεις εβδομάδες πριν το μοιραίο δυστύχημα. «Φιλοδοξία χωρίς όρια», δηλαδή και το 1983 (έχοντας χάσει δύο τελικούς Κόρατς από την Λιμόζ) οδηγεί την μόλις 10 ετών Σιμπένκα στον τίτλο, αλλά 16 ώρες αργότερα η Ομοσπονδία τον αναιρεί! «Είμαστε πρωταθλητές» φωνάζει ο Πέτροβιτς που δεν κατεβαίνει στον επαναληπτικό, βγάζοντας για λίγο από το πρόσωπό του το αστραφτερό χαμόγελο. Συνεχίζει στην Τσιμπόνα (1984-1988), κατακτώντας το Πρωταθλητριών το 1985 και 1986, την πρώτη φορά κόντρα στην Ρεάλ, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλιάς. Και επειδή «όταν δεν μπορείς να τον νικήσεις, γίνε συμπαίκτης του», υπογράφει στην Μαδρίτη το 1988, όπου, με 62π.(!) πάλι στο ΣΕΦ, νικά 117-113 στην παράταση την Καζέρτα (Οσκάρ Σμιντ 44π.) για το Κυπελλούχων και δίνει επίσης το ισπανικό πρωτάθλημα στην «Βασίλισσα»!

Δεν υπάρχει πλέον άλλη πρόκληση πλην του ΝΒΑ, αλλά… Στο Πόρτλαντ, ο Ρικ Έιντελμαν δεν τον χρησιμοποιεί (7,6π. μ.ο.) και ο ίδιος ο Ντράζεν θυμάται «μόνο την βροχή και το ότι είχα την καλύτερη θέση του γηπέδου. Στον πάγκο»! Η αναγέννησή έρχεται στο Νιου Τζέρσεϊ, το 1991, δίχως πάντως να γίνει ο πρώτος Ευρωπαίος που θα αγωνιστεί σε Ολ Σταρ Γκέιμ και την τελευταία του σεζόν εκεί, (πριν, όπως επιμένουν οι αφοί Γιαννακόπουλοι προλάβει να υπογράψει στον Παναθηναϊκό) το 1992-93, έχει 22,3π. και ποσοστά ευστοχίας καλύτερα του Μάικλ Τζόρνταν! «Τον αντίκριζα και πείσμωνα γιατί καταλάβαινα από το βλέμμα του ότι δεν φοβάται» είπε αργότερα ο «Αέρινος», αλλά το «ελιξίριο» του Πέτροβιτς ήταν άλλο: «Ο ήχος της μπάλας μου δίνει ζωή και ρουφάω κάθε στιγμή που κλειδώνομαι μαζί της σε ένα γήπεδο» ή όπως πρόσθεσε ο αδερφός του, Άτσο, «ήταν εργασιομανής, όχι επειδή ξόδευε 8 ώρες για προπόνηση, αλλά γιατί δεν έδωσε στον εαυτό του ούτε μια μέρα ρεπό».

Μια βρετανική παροιμία λέει «let the good times roll», άσε, κοινώς, τις καλές στιγμές να έρθουν, αλλά ο Ντράζεν δεν ήταν θιασώτης της… αγγλικής λογικής. Για την ακρίβεια, δεν πίστευε σε καμία λογική, εκτός από την δική του. Μοναδικός του «θεός» ήταν η δουλειά, αν και «κάποτε διάβαζα τι λένε τα άστρα για μένα. Μέχρι που κατάλαβα πως είναι καλύτερο να μην ξέρεις τι σε περιμένει στο μέλλον, γνωρίζοντας ότι όλα εξαρτώνται από μένα», εκμυστηρεύτηκε το 1992, όμως, όπως έγραψε ο Μάριο Ζόρκο, το 1993, το ωροσκόπιό του προέβλεπε σοβαρές αλλαγές στην ζωή του και τραυματισμούς! Η μοίρα άφησε πια την μητέρα του, Μπιζέρκα, να περιποιείται καθημερινά τον τάφο του στο Μιρογκόι και να υποδέχεται ευπρόσδεκτα κάθε έναν από τους χιλιάδες επισκέπτες-θαυμαστές του γιου της. Εκείνη η ψιλόλιγνη φιγούρα δεν ζει, όμως δεν πέθανε, διότι δεν πεθαίνουν όσοι αφήνουν πίσω τους πολύτιμη παρακαταθήκη. Ντράζεν, σε ευχαριστούμε για τις αναμνήσεις, αλλά, κυρίως, για την έμπνευση…


Υ.Γ.: Ελπίζω να με συγχωρήσετε για την ματαιοδοξία (μου) να (ανα)δημοσιεύσω δικό μου παλαιότερο κείμενο, όμως η "έμπνευση" στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να "ανανεωθεί"...

Τρίτη, Ιουνίου 06, 2006

Mail... 1985 και πίσω

Το μεσημεράκι ξεκίνησε στο γραφείο με το παρακάτω mail...


"Αφιερωμένο σε όσους γεννήθηκαν πριν το 1985

H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε. Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες
χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.

Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.
Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση. Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει.

Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους» Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια, νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα.
Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το
Αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.

Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.

Χάσαμε χιλιάδες μπάλλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου!

Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!

Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ; ) : D : P

Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Δεν θα πρέπει να μάς παραξενεύει που τα σημερινά παιδιά είναι κακομαθημένα και χαζοχαρούμενα.

Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια! Είχες την τύχη να
μεγαλώσεις σαν παιδί"...


Ευχαριστώ Ε.!