Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

Λάιφ (sic...) is Λάιφ!

Ένα από τα κορυφαία κείμενα που έχω διαβάσει σε περιοδικό Τύπο δημοσιεύτηκε την προηγούμενη Κυριακή στο «Ε» της «Ελευθεροτυπίας». Ο Γεώργιος-Ίκαρος Μπαμπασάκης παρουσιάζει τον βίο και την πολιτεία του Πέδρο Αλμοδόβαρ, με αφορμή την νέα του ταινία.

Η αριστουργηματική αφήγησή του ολοκληρώνεται με την άποψη του Αντόνιο Ταμπούκι για τον Ισπανό σκηνοθέτη… «Ο κινηματογράφος του Αλμοδόβαρ μοιάζει με ένα ταξίδι στην αστειότητα της ζωής… είναι η κοροϊδευτική γκριμάτσα και το βέλο της μελαγχολίας, το ανοιχτόκαρδο γέλιο και το κολλημένο μάγουλό μας κρυστάλλινο δάκρυ, η χαρά της ζωής και το βάσανο της, η ευφορία και η δυσφορία, η παιδική ευθυμία και η θανατερή θλίψη. Κυρίως, όμως, ο πόθος. Γιατί εμείς ποθούμε, ποθούμε, ποθούμε. Ο Άνθρωπος είναι ένα πλάσμα που ποθεί. Και η ζωή είναι πόθος».

Αν δεν το χαζέψατε, «Volver» για το βρείτε και να το διαβάσετε…

Καλό Σαββατοκύριακο!

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

Engine II Soul... Or Soul II Engine

Το αυτοκίνητο τρακαρισμένο, όπως ίσως και η ψυχή μου (σου, σας, μας, τους…). Μόνο που εκείνη δεν χρειάζεται συνεργείο. Έχει την ικανότητα να γιατρεύει μόνη τις πληγές της. Δεν θέλει «επισκευές» με άλλα σίδερα ή λαμαρίνες. Δεν έχει ανάγκη από λάδια. Παρά μόνο από δάκρυα, χαμόγελα και βλέμματα. Και (πολύ, μα πολύ) χρόνο.

Το όχημα χτύπησε, ευτυχώς όχι θανάσιμα… Όπως ακριβώς και η ψυχή. Τα «κύτταρά» της αναπλάθονται και δεν έχω υποχρέωση να ασπαστώ κανένα επιστημονικό πόρισμα περί του αντιθέτου. Το ξέρω από μόνος μου. Άλλωστε, όλα στο μυαλό είναι. Ακόμη και το αρρωστημένο.

Η «μάσκα» του αυτοκινήτου στραπατσαρισμένη. Όχι σαν την δική σας. Γιατί αν αλλάξεις την πρόσοψη του οχήματος, πάλι μια στρυφνή γκριμάτσα θα αντικρίσεις. Που έχει προγραμματιστεί μαζί με μηχανές να «καταβροχθίζει» χιλιόμετρα. Το ανθρώπινο πρόσωπο, όμως, προσφέρει όσα τίποτε άλλο.

Όταν οδηγείς θαρρεί κανείς πως μόνο τα «πρόσωπα» των άλλων αυτοκινήτων συναντάς στο διάβα σου. Χωρίς κανενός την διάθεση για υποχώρηση… Ή ένα χαμόγελο. Όταν περπατάς, η διασταύρωση των ματιών είναι μαγική. Πέρα από κάθε λογική. Έστω και αν «συλληφθείς» να κοιτάς κάτι που δεν μπορείς να έχεις.

Μέσα στο αυτοκίνητο δεν μπορείς να πεις ευχαριστώ… Ούτε και να δεχθείς. Δεν μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη ή να δεχτείς μια αντίστοιχη. Δεν έχει σημασία αν την εννοείς ή μη. Αν την ακούσεις ή την κάνεις να ακουστεί στον δίπλα. Μην γελιέσαι. Σας χωρίζει κάτι πολύ παραπάνω από μια διαχωριστική λωρίδα.

Όχι όμως όταν πέφτεις πάνω σε κάποιον στον δρόμο. Η οδήγηση, ειδικά την νύχτα στην μισοάδεια Αθήνα μοιάζει μαγική. Αλλά η περιδιάβασή της δεν συγκρίνεται με κάτι άλλο. Ας έρθεις αντιμέτωπος με κάποιον που μπορεί ακόμη και να φοβίσει. Να σε τρομάζει η θέα του.

Γιατί η θέα 2 ή 4πορτών είναι πιο τρομακτική, είτε είσαι μόνος στο αυτοκίνητο είτε με παρέα. Στο πεζοδρόμιο νιώθεις τα βήματα. Στο μετρό συναντάς τυχαία έναν γνωστό σου. Στην γέφυρα πέφτεις πάνω σε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που κρατιέται χέρι-χέρι σαν να βρίσκεται στο φινάλε του παρθενικού του ραντεβού.

Σφιχτά, από την άλλη, σαν να φοβούνται μην χάσουν ο ένας τον άλλον μέσα στο σκοτάδι. Με δύο βιβλία στο χέρι του κυρίου, που σαν αληθινός τζέντλεμαν δεν την αφήνει να κουβαλήσει το δικό της.

Όταν περπατάς η πόλη μοιάζει με μια ατέλειωτη έκθεση που έχει στηθεί στην γκαλερί μόνο για σένα. Κι ας έχεις δίπλα σου χιλιάδες άλλους ανθρώπους. Όταν οδηγείς, όμως, η κίνηση των πραγμάτων και η ταχύτητά τους είναι σαν τα χάνεις όλα από το βλέμμα σου.

Το αυτοκίνητο θα επισκευαστεί σε λίγα 24ωρα. Όπως και η ψυχή μου. Αλλά δεν με πείραξε που περπάτησα. Γιατί όσα χιλιόμετρα και αν τρέξεις με την λαμαρίνα, η ψυχή είναι «προγραμματισμένη» να περπατά με τους ρυθμούς που εσύ της χαρίζεις. Ή της διατάζεις
.